Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Αν υπάρχει διάθεση...

Ξυπνάς το πρωινό του Σαββάτου, την ίδια ώρα όπως και στις καθημερινές· το βιολογικό ρολόι δεν αλλάζει εύκολα συνήθειες. Βγαίνεις στο μπαλκόνι και απελπίζεσαι· ο καιρός παραείναι χειμωνιάτικος και σήμερα. Ανοίγεις το ραδιόφωνο· η μουσική του 2ου σε χαλαρώνει. Ετοιμάζεις τον καφέ και περιμένεις τη συμβία να το πιείτε μαζί· μια συνήθεια του ΣΚ. «Τι κάνουμε σήμερα;», ρωτάς. «Πάμε για τα ψώνια της εβδομάδας και μετά βλέπουμε», σου αποκρίνεται· τα …προβλήματα της καθημερινότητας. Έτσι, ξεκινάει το ΣΚ.
Να πας έξω για καφέ, δεν αντέχεις τον καπνό του τσιγάρου· πότε θα γίνουμε πραγματικά ευρωπαίοι; Να πας για περπάτημα, έχει ψιλόβροχο και υγρασία· δεν υποφέρεται. Να ξανακαθίσεις στον υπολογιστή· μα αυτό κάνεις κάθε μέρα. Πρέπει να κάνεις κάτι άλλο, το θέλεις, το έχεις ανάγκη. «Πάμε μια εκδρομή», λες αποφασισμένος και αρχίζεις να ντύνεσαι κατάλληλα· εκδρομικά δηλαδή.
Ξεκινάμε για το Πήλιο, το καταπράσινο βουνό των Κενταύρων· συννεφιασμένο κι αυτό. Λίγο πριν την Ανακασιά αναθαρρεύουμε· εμφανίζεται …ο Ήλιος ο ηλιάτορας. Ο Βόλος και ο Παγασητικός φαίνονται υπέροχα μιας και η βροχή ξέπλυνε την ατμόσφαιρα. Πλησιάζοντας στην Πορταριά, μπαίνουμε στο …τοπίο στην ομίχλη. Βρέχει αλλά εμείς συνεχίζουμε για Χάνια. Ανηφορίζοντας, βγαίνουμε σε ξέφωτο· τα σύννεφα ήταν πιο χαμηλά και ο ήλιος ξαναφάνηκε. «Ωραία, πάμε στο χιονοδρομικό να περπατήσουμε». Αλλά… Στις επόμενες στροφές ξαναμπαίνουμε στο σύννεφο, ενώ στα Χάνια άρχισε το ψιλόβροχο. Μέχρι να φτάσουμε στο χιονοδρομικό κέντρο και …η βρόχα έπεφτε ράϊτ θρου.... Γυρνάμε στα Χάνια, στο ξενοδοχείο Πηλέας. Πιάνουμε θέση δίπλα στο τζάκι και παραγγέλλουμε· φασολάδα και γίδα βραστή, σπεσιαλιτέ των Πηλιορείτικων χωριών. Η μουσική του Σαλέα ηχεί ευχάριστα στ’ αυτιά μας μέχρι που ακούστηκε στην είσοδο οχλαγωγία. «Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα…»· φασαριόζικοι εκδρομείς που κουβαλούν όλες τις άσχημες συνήθειές τους και έξω από τα σπίτια τους. Η ατμόσφαιρα χαλάει από τις φωνές τους. Αποφασίζουμε να πιούμε τον καφέ στην παραλία, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Η θάλασσα το φθινόπωρο πάντα ασκούσε μια έλξη πάνω μου· «…τότε χρειάζεται κανείς να φύγει απ’ όλα, να κλείσει τα βλέφαρα, να ανοίξει τα μάτια της ψυχής και να καθίσει να αγναντέψει τη θάλασσα. Αυτήν που έχει μέσα του…».
Στο Βόλο δε βρέχει· περπατάμε στην ήσυχη, από κόσμο και βουή, παραλία. Ο δρόμος μπροστά από τις καφετέριες είναι πλυμένος· λες και η θάλασσα φούσκωσε και τον έπλυνε. Τα ιστιοφόρα αραγμένα στην παραλία· κανονική πασαρέλα. Καθόμαστε για καφέ· είναι καιρός για ζεστό καφέ. Οι θαμώνες λιγοστοί και τα γκαρσόνια σκουπίζουν τα βρεγμένα από τη βροχή καθίσματα. Το δελφίνι φεύγει για Σκόπελο ή Αλόννησο· πάντα ζήλευα -και ζηλεύω- τους ταξιδιώτες του Σεπτεμβρίου.
Η ώρα περνάει ευχάριστα, με …κοινωνική κριτική και χαλαρή συζήτηση· πάντα υπάρχουν σκοτούρες για τα παιδιά, είτε είναι μικρά είτε είναι μεγάλα. Γυρίζοντας πίσω, συναντάμε πάλι βροχή· ευεργετική για το θεσσαλικό κάμπο και όχι μόνον. Σε σαράντα λεπτά φτάνουμε Λάρισα· προλαβαίνουμε ακόμα και να κοιμηθούμε για τη μεταμεσημεριανή σιέστα.
Τελικά, με κάθε καιρό, σε κάθε συνθήκες, υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις αν υπάρχει διάθεση όλα μπορούν να γίνουν ευχάριστα. Ακόμα και ένα κρύο, υγρό χειμωνιάτικο Σάββατο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Τούτη η δίψα δε σβήνει τούτη η μάχη δε παύει...

Τούτη η δίψα δε σβήνει τούτη η μάχη δε παύει...