Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Φεύγωωωωωωωωωωωω


Ναι, τούτη την ώρα είμαι εν πτήσει -όχι από το μπαλκόνι μου σαν τον ...άλλον το χοντρό-, πετάω στα σύννεφα -αιθεροβάμμων δεν είμαι-, ελπίζω ομαλή προσγείωση ...στον 17ο μεσημβρινό και 59ο παράλληλο, γωνία και προσδοκώ συνάντηση με τους Βικινγκς -ή τουλάχιστον με κάποιους από τους σημερινούς απόγονούς των (ελπίζω να μη μοιάζει με αυτόν στη φωτογραφία) κάπου εκεί στα ...σύνορα βόρειας εύκρατης ζώνης με την αρκτική. Ουπς!!! Άλααααα!!!!

Για καμπόσες μέρες, ξεχνάμε ζέστες και καύσωνες, ξεχνάμε σπίτι και οικογενειακές φροντίδες, ξεχνάμε προβλήματα και βάσανα, ξεχνάμε κρίση και μνημόνιο, ξεχνάμε δελτία των 8 και μεσημεριανά, ξεχνάμε greek mousakas και τζατζίκι, ξεχνάμε τους ...έτσι και τους ...αλλιώτικους, παρέα με λίγα ρούχα και τις φωτογραφικές μηχανές για να απαθανατίσουμε κάποιες από τις ...μύριες λίμνες και τα εκπληκτικά fjords και γιατί όχι και καμία ...(μπιπ) δίμετρη σουηδέζα.

Αν βρίσκω χρόνο, θα σας κρατάω ενήμερους. Αν όχι, θα σας κρατάω στο ...μαύρο σκοτάδι!  Se dig!!! (μετάφραση: see you)

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Πυρωμένες ...σκέψεις ενός άυπνου ελέω τσιμέντου

Καίτοι ανακοίνωσα blogging-breaking, επανέρχομαι εκτάκτως γιατί έχω μια βδομάδα να κοιμηθώ από τη ζέστη. Έχω μια βδομάδα που ψάχνω απεγνωσμένα λίγη φυσική δροσιά, γιατί αυτήν του κλιματισμού δεν την αντέχω άλλο. Οι αεριστήρες οροφής που έχω παλεύουν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες μου. Ομολογώ πως τα ψιλοκαταφέρνουν. Λειώνω καθημερινά, στάζω ολόκληρος από ιδρώτα –έχω δημιουργήσεις και βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο από την αϋπνία- ούφφου πλέον, δεν αντέχω άλλο.
Οι πόλεις βράζουν –η Λάρισα κοχλάζει, επί των ακριβέστερον.. Η άσφαλτος πυρώνει. Τα διαμερίσματα ημερησίως θερμαινόμενα, το βράδυ μας …επιστρέφουν τη θερμότητά τους. Οι άνθρωποι ασφυκτιούμε… πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Ρε μπας και βρίσκομαι στην κόλαση και δεν το κατάλαβα;
Οι πόλεις αναπτύσσονται κατακόρυφα -και όχι οριζόντια- με αποτέλεσμα το τσιμέντο να κατατρώει το χώμα, τα δέντρα, τη βλάστηση. Τσιμεντάρουμε τις αυλές και στη συνέχεια βάζουμε και κάνα δυο γλάστρες με λουλούδια. Φαρδύνουμε τους δρόμους για να χωράνε τα τροχοφόρα και μετά τους καταβρέχουμε για να δροσιστούμε. Απαλλοτριώνουμε τους ελάχιστους ελεύθερους χώρους για να οικοδομήσουμε πολυκατοικίες και …γεμίζουμε τα μπαλκόνια γλάστρες για να …αντικαταστήσουμε το πράσινο που κόψαμε. Καταραμένοι κατασκευαστές και μηχανικοί οικοδομών, ο δικός σας τάφος θάπρεπε να ναι εδώ. Καταραμένη αντιπαροχή. Δεν αντιλαμβανόμαστε πως ουσιαστικά δίνουμε αντιπαροχή την ίδιά μας τη ζωή -για την ακρίβεια τη ζωή των απογόνων μας- για λίγα τετραγωνικά …φυλακής. Ήθελα νάξερα ποιανού ανεγκέφαλου φαεινή ιδέα ήταν αυτή η ελληνική πατέντα, η αντιπαροχή. Ξέρω ξέρω –ή υποψιάζομαι- την απάντησή σας∙ας όψεται ο ..εθνάρχης.
Ανακαλύψαμε εσχάτως τον τεχνητό κλιματισμό. «Κλέβουμε» τη δροσιά απ’ έξω για να «δροσίζουμε» το μέσα αλλά ταυτόχρονα διώχνουμε προς τα έξω τη ζέστη -αρχή λειτουργίας του κλιματιστικού!!! Δροσίζουμε τα διαμερίσματα, τα γραφεία, τα αυτοκίνητα και δε μας καίγεται καρφί αν ταυτόχρονα επιβαρύνουμε το περιβάλλον –το απ’ έξω που λέγαμε- με παραπανίσια θερμότητα. Και πόσο ν’ αντέξει ο λάρυγγας και ο φάρυγγάς μας στο κλιματιστικό; Πόσο ν’ αντέξουν τα έρμα τα κοκαλάκια μας αυτή τη ψύξη; Χειμώνας και πάλι χειμώνας. Κρυώνεις, φορά μια φανελίτσα επιπλέον. Κρυώνεις κι άλλο; Ένα πουλοβεράκι. Τουρτουρίζεις; Ένα μπουφάν και ηρεμείς. Στη ζέστη τι να κάνεις. Κυκλοφορείς -εφόσον έχεις τη δυνατότητα- ημίγυμνος. Στο σπίτι τα βγάζεις όλα, κι άμα σε δει η γειτόνισσα απέναντι…. «καλέ επιδειξίας, επιδειξίας…».
Δε ξέρω τι να κάνω, ή μάλλον ξέρω. Το καλοκαίρι θα μετακομίζω προς …Αυστραλία μεριά, άντε και καμιά Σουηδία και θα επιστρέφω το χειμώνα. Θα γίνω μεταναστευτικό πουλί που θα ψάχνει το κρύο, άντε τη δροσιά. Θα ψάξω το γενεαλογικό μου δέντρο να βρω συγγενείς σε απίθανα μέρη του κόσμου, στο άλλο ημισφαίριο κατά προτίμηση ή στις δύο αρκτικές ζώνες και θα τους επισκέπτομαι κάθε καλοκαίρι. Θα τους προσκαλώ και θα τους φιλοξενώ για το ελληνικό καλοκαίρι κι εγώ θα φεύγω στο δικό τους το χειμώνα. Κάτι θα γίνει. Ήδη βρήκα ένα ξάδελφο -της συζύγου μου- στη …μακρινή Σουηδία- και από Δευτέρα φεύγω κατά κει. Στις αποσκευές έβαλα χειμωνιάτικες φανέλες, ζιβάγκο, μπουφάν, γάντια και κασκόλ και φεύγω.

Sverige, jag kommer!!!  Jag får se dig i September

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Ο δικός μου «χρόνος»

Γεννήθηκα τον Δεκέμβρη του ’55, όταν είχε ήδη ξεκινήσει ο ξεσηκωμός για την απελευθέρωση από τους Εγγλέζους κατακτητές. Το ’73 αποφοίτησα από το 6τάξιο γυμνάσιο και κατατάχτηκα στο στρατό. Το ’74 βίαια εκδιώχθηκα από την πατρογονική μου εστία. Το ’75 αναχώρησα από την πατρίδα για σπουδές στην άλλη πατρίδα. Έκτοτε, ζω εδώ, δημιούργησα οικογένεια, έφτιαξα ρίζες, άπλωσα κλαδιά και συνεχίζω. Δυστυχώς όμως, ο «χρόνος» μου είναι κομμένος …στα δύο. Το δεύτερό του κομμάτι ευτυχώς συνεχίζει προς τα μπροστά, προς το μέλλον -όπως άλλωστε και ο δικός σας και ολονών μας και του σύμπαντος συμπεριλαμβανόμενου. Συνεχίζει στραμμένος προς το μέλλον με τις επερχόμενες χαρές και λύπες αλλά και τη φυσιολογική του κατάληξη∙το βιολογικό μου τέλος. Το άλλο του κομμάτι όμως έχει παγώσει. Έχει παγώσει στο’74, ή μάλλον γυρίζει προς τα πίσω, από τον Ιούλιο του 1974 και προς τα πίσω. Με ότι αυτό συνεπάγεται: θύμησες σκοτεινές, αναμνήσεις θλιβερές, θλίψη και πόνο. Φίλοι, γνωστοί, συμμαθητές, συγγενείς, γείτονες, μεγάλοι, μικροί, γνωστοί, άγνωστοι έμειναν πίσω, πέταξαν μακριά από εμάς, θάφτηκαν -αλίμονο- ακόμα και στη μνήμη μας… Εκείνος ο Ιούλιος του 1974 μας χάραξε βαθειά χαραγή στη μνήμη -αν όχι και στο σώμα. Κάθε φορά που βρίσκομαι με τους δικούς μου -κυρίως με τους γονείς μου- συζητάμε για εκείνο το κομμάτι του χρόνου. Συζητάμε λες και είμαστε ακόμη εκεί. Ποιος είναι ποιος, ποιος είναι πού, ποιος είναι τι… Συζητάμε, διαφωνούμε, ψάχνουμε, αναζητούμε, ερευνούμε γιατί φευ, η μνήμη ξεθωριάζει και ξεθωριάζει επικίνδυνα. Να κάτι παλιές φωτογραφίες, να ένα κείμενο στο διαδίκτυο, να ένα βιβλίο σχετικό. Μένουμε εκεί -όσο μπορεί κανείς να μείνει- προσκολλημένοι στο παρελθόν όντας στο παρόν. Και το βράδυ …ονειρευόμαστε για να τα ξαναδιηγηθούμε την άλλη μέρα το πρωί. Ώσπου οι συγγενείς να φύγουν και να ξεχαστούν και πάλιν…

Τρίτη 23 του Ιούλη, φτάνοντας στην κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου, έριξα μια τελευταία ματιά στη γενέθλια πόλη, την αγαπημένη Κερύνεια, λες και ήξερα… Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να ζήσω τη ζωή μου στην πατρογονική γη, στη γενέθλια πόλη. Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να χαρώ τις ομορφιές αυτής της όμορφης γης. Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να χαρώ αυτά που μας ετοίμασαν οι πατεράδες μας. Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να μυρίσω όλες τις μυρωδιές της, να γευθώ όλες τις γεύσεις της, ν’ ακούσω όλες τις φωνές της, να δω όλα της τα χρώματα, να ακουμπήσω όλες τις καμπύλες της. Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να τη διατρέξω οριζοντίως και καθέτως, προς τα πάνω αλλά και προς τα κάτω. Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να τη χαλάσω και να την ξανακτίσω, όπως την ονειρευόμουνα. Δεν πρόλαβα -δεν προλάβαμε- να την ονειρευτώ όπως την ήθελα… Γιατί άλλαι αι βουλαί των «μεγάλων» και των δυνατών -και των εγκάθετών τους εις την γην.

Εδώ στην Ελλάδα-πατρίδα, εδώ βρήκα και γνώρισα το άλλο μου πατρογονικό «κομμάτι», πρόσφυγες κι αυτοί ξεριζωμένοι από τον Πόντο και τον Ταύρο, τους οποίους μόνο κατ’ όνομα γνώριζα. Ήταν από τις πρώτες μου επισκέψεις, κάπου εκεί στη Δράμα, στην Περιχώρα δίπλα στην Αλιστράτη. Χουτουριάδης, Λαζαρίδης, Ηλιάδης… Η συνάντησή μας ήταν μοιραία. Τα δυο «κομμάτια» ανταμώθηκαν, συνενώθηκαν, έκλαψαν, χάρηκαν, μίλησαν, διηγήθηκαν∙ βλέπετε κοινό γνώρισμα είχαν, την προσφυγιά και το ξεριζωμό. 

Και νάμαι, 36 χρόνια μετά να σκέφτομαι τα ίδια και τα ίδια. Μόνο που τούτην εδώ τη φορά, δε θέλω τη συγγνώμη κανενός, δε θέλω «γιορτές», δε θέλω επετειακές εκδηλώσεις και μνημόσυνα, δε θέλω πανηγυρικούς και επικήδειους, δε θέλω παράτες και τραγούδια. Παρά μόνο ένα πράγμα θέλω∙το ακατόρθωτο. Να γυρίσει ο «χρόνος» μου πίσω, στον Ιούλη του ’74. Στις 20 Ιουλίου του 1974 και να ξεκινήσει από κει που «πάγωσε» η ζωή μου. Δε με νοιάζουν οι επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας, δε με νοιάζει η δυσχερής πολιτική και οικονομική θέση της ελλαδικής και κυπριακής πολιτικής σκηνής, δε με νοιάζει αν το Αιγαίο ή οι θάλασσες της Κύπρου είναι γεμάτες κοιτάσματα. Δε με νοιάζουν οι γκρίζες ζώνες, οι υφαλοκρηπίδες και οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ). Δε με νοιάζει τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Ένα με νοιάζει, να «ξεπαγώσει» ο άλλος μου μισός χρόνος, αυτός που πάγωσε τον Ιούλη του ’74 κάπου εκεί στην κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.

ΥΓ. Τούτη εδώ η ανάρτηση, αφιερώνεται σε όλους τους φίλους, συμμαθητές, γνωστούς και άγνωστους φίλου που θάφτηκαν εκεί στα κατεχόμενα, προδομένοι σε έναν αγώνα άνισο μα και προσχεδιαμένο για να χαθεί.

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Η φωτογραφία από το ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ της 15ης Ιουλίου 2010 και η λεζάντα.


Το πανό έχει αναρτηθεί στο κεντρικότερο εμπορικό σημείο της Λεμεσού, στον Πεντάδρομο. Και δεν διαφέρει από εκείνο το παλιό στους τοίχους: Την Ελλάδα θέλουμε κι ας τρώγωμεν πέτρες... Κι ας μας έχουν ξεγραμμένους οι νεοέλληνες του Κολωνακίου. (φωτογραφία: Yiorgos Eressios)

Τούτη η δίψα δε σβήνει τούτη η μάχη δε παύει...

Τούτη η δίψα δε σβήνει τούτη η μάχη δε παύει...